23/11/2020
Εκκλησιαστικά θέματα | Σάββατο 18 Απριλίου 2020 - 09:00

Φώς! Λόγων παύσις!

Ο πατήρ Σταύρος Κυριόπουλος μας περιγράφει στο a-sports.gr με χρώματα και αρώματα την πιο ωραία ιστορία του κόσμου συνδυάζοντας την με τη σημερινή ζοφερή πραγματικότητα και μας λέει το πρώτο «Χριστός Ανέστη»

00001234Toυ π. ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΥΡΙΟΠΟΥΛΟΥ

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ

Μεγάλο Σάββατο πιά! Το μονοπάτι μας αρχίζει και κατηφορίζει απότομα. Κάτω εδώ, λουλούδια δεν ανθίζουν. Πού κατεβαίνουμε; Στον Άδη των Αρχαίων; Στον Άδη τής φρίκης τού κόσμου; Ή στον Άδη τής δικής μας καρδιάς; Πολλή σημασία δεν έχει. Κάτω εδώ, σημασία έχει το σκοτάδι. Το πηχτό, το στεγανό, το απόλυτο σκοτάδι. Όλοι και όλα εδώ κάτω ψάχνονται. Κάνουν κύκλους. Στον Άδη, όπως στην ιστορία των ανθρώπων, τίποτε δεν αλλάζει. Γι’ αυτό είναι τόσο σκοτεινά! Πανικός!

Πού είναι το τέρμα; Εμείς ξεκινήσαμε μία βόλτα σ’ έναν κήπο. Να τελειώνουνε τ’ αστεία! Θέλουμε το Πάσχα μας το κανονικό. Θέλουμε τα σοκολατένια μας αυγά με το δώρο έκπληξη! Θέλουμε τα υπέρβαρα αμάξια στη Εθνική και τις σούβλες να εξέχουν. Θέλουμε τις κροτίδες, πού θέλουν να ανατινάξουν το ναό. Θέλουμε το άδειο προαύλιο, τού μετά το πρώτο-πρώτο Χριστός Ανέστη!

Θέλουμε να φύγουμε από δω! «Γιατί;», μάς ρωτούν ειρωνικά οι αθέατοι συνοδοιπόροι μας. «Όλα όσα ψάχνετε είναι εδώ. Συνεχίστε να ψηλαφίζετε και θα τα βρείτε. Θα νιώσετε σαν στο σπίτι σας». Συνεχίζουμε να ψηλαφούμε. Δίκιο είχαν! Τα ακροδάχτυλά μας αγγίζουν σούβλες και κροτίδες και μαγειρίτσες ανυπόμονες και γυφτοτράγουδα στη διαπασών. Μα ξαφνικά, τα χέρια μας αγγίζουν ένα σώμα, δύο χέρια, δύο ώμους. Φτάνουμε στο πρόσωπο και το κοιτάμε. Ένα πρόσωπο πιό δυνατό από το σκοτάδι.

Όλα τα χαρακτηριστικά του είναι ορατά. Μέσ’ απ’ τη λάμψη Του, το σκοτάδι λιώνει, «ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός». «Ποιός είσαι;» ρωτάμε. «Ο νέος άρχοντας αυτού τού τόπου», μάς απαντάει. «Καλώς ήρθατε!» Αγένεια να μην τού προσφέρουμε ένα πεσκέσι. Αφήνουμε στα χέρια Του τα βάγια, τα φύλλα τής συκιάς, τα ποτισμένα με το μύρο, το λυχνάρι, το νοτισμένο το ψωμί απ’ το κρασί το κόκκινο σαν αίμα, το καρφί. «Σάς ευχαριστώ» μάς κάνει. «Κύριε, θέλουμε να φύγουμε από δω!» «Εύκολο», μάς λέει. «Κρατήστε το χέρι μου». «Κύριε, δύναμη δεν έχουμε να κρατήσουμε πιά τίποτε». Μάς αρπάζει από τον καρπό. «Εγώ φεύγω», μάς λέει. «Για να σάς πάρω μαζί μου, πρέπει να θυμηθείτε κάτι πού δώσατε δωρεάν, όσο περπατούσατε στη γή».

Προσπαθούμε να θυμηθούμε. «Κύριε», τού λέμε, «κάποτε δώσαμε σ’ έναν φτωχό ένα κρεμμύδι». «Μού φτάνει», λέει Εκείνος. Νιώθουμε να μάς τράβα πρός το φώς. Μα ξαφνικά τα πόδια μας βαραίνουν. Χέρια πολλά μάς αρπάζουν, κάποιοι ποθούν να τραβηχτούν κι αυτοί μαζί μας.

Μα δεν θα κάνουμε το λάθος εκείνης τής γιαγιάς. «Ελάτε, πιαστείτε, όσοι μπορείτε», φωνάζουμε. «Δε θέλουμε το φως, όσο κι αν λάμπει, χωρίς τα πρόσωπά σας. Ή όλοι μας ή κανείς! Πιαστείτε! Κι εμάς, Άλλος μάς τραβά!» Φώς! Λόγων παύσις! Ακόμα και τώρα, πού σάς διηγήθηκα όλα αυτά, νιώθω την πατρική παλάμη, με δύναμη γλυκιά και τρυφεράδα, να κρατάει τον καρπό μου.

Σάς το λέω να το πιστέψετε: Πριν ξεκινήσει το σεργιάνι μας, το φως πού πρωτοαντικρίσαμε στο βάθος, ανοίγοντας τού κήπου το πορτάκι, δεν ήταν ψέμα. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ και εν μέσω πανδημίας.

Μοιραστείτε το: