26/02/2020
Ελλάδα | Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2020 - 11:39

Τσίπρας: «Η μεσαία τάξη αρχίζει και συνειδητοποιεί ότι εξαπατήθηκε»

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ άσκησε σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση, ενώ μίλησε και για τη δική του πολιτική και προσωπική διαδρομή

Τα βέλη του στην κυβέρνηση έριξε για άλλη μια φορά ο Αλέξης Τσίπρας, σε συνέντευξη που παραχώρησε το βράδυ της Δευτέρας (27/1) στον ΑΝΤ1.

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ μίλησε για τα τρέχοντα ζητήματα, αλλά και για την πολιτική του διαδρομή και την προσωπική του ζωή.

«Τώρα είμαστε στη φάση όπου αρχίζει και συνειδητοποιεί και η μεσαία τάξη ότι έχει εξαπατηθεί, αλλά όπως ο εξαπατημένος σύζυγος όταν το μαθαίνει δεν θέλει να το πιστέψει, δίνει πίστωση χρόνου», είπε μεταξύ άλλων.

Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι είναι απαραίτητο να υπάρχει συνεννόηση για τα κρίσιμα θέματα και πως η στάση που έχει κρατήσει ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση σε αυτά «είναι η μέρα με τη νύχτα σε σχέση με τη στάση που κράτησαν ο κ. Μητσοτάκης και η Ν.Δ. σε αυτά τα θέματα. Αν η Ν.Δ .σήμερα αντιμετωπίζει τεράστιες δυσκολίες, έχει να κάνει με τον τρόπο που ασκούσαν αντιπολίτευση, για τις Πρέσπες, για το μεταναστευτικό».

Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «δεν μπορεί να πατά σε δύο βάρκες σε τόσο κρίσιμα ζητήματα. Να δίνουμε συναίνεση και συνεννόηση να υπάρχει εκεί που υπάρχει και ένα πεδίο, αυτό δεν σημαίνει ότι όταν βλέπουμε φάουλ δεν θα μιλάμε. Τι συναίνεση να δώσω στην αφωνία των 72 δευτερολέπτων στον Λευκό Οίκο ή στην απουσία της Ελλάδας από την Διάσκεψη του Βερολίνου».

Εξηγώντας γιατί ζήτησε από την κυβέρνηση να «παγώσει» η αμυντική συμφωνία Ελλάδας-ΗΠΑ, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είπε πως «είναι εξαιρετικά κρίσιμο ακόμα και με τους συμμάχους να μη μας θεωρούν δεδομένους και προβλέψιμους και να δίνουν ανταλλάγματα ουσιαστικής στήριξης όταν παίρνουν πράγματα που ζητούν από τη χώρα.

Ζήτησα από τον πρωθυπουργό να "παγώσει" την υπογραφή της μέχρι ότου ένας από τους ισχυρότερους συμμάχους μας θέσει με σαφήνεια τον τρόπο που θα υπερασπιστεί τον σύμμαχό του σε περίπτωση που η προκλητικότητα της Τουρκίας ξεπεράσει τα όρια».

Για το μεταναστευτικό είπε πως όταν παρέδωσε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στη Μόρια ήταν 5.000 άνθρωποι και τώρα 25.000, διερωτώμενος πώς ήταν δυνατό να καταργήσει η κυβέρνηση το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής.

Για την Συμφωνία των Πρεσπών τόνισε, μεταξύ άλλων, πως «η απόφαση αυτή που όντως συγκέντρωσε πάρα πολλά βέλη θα κριθεί στην ολότητα της, στο πέρασμα των χρόνων, από την ίδια την ιστορία και όσο περνά ο καιρός και αποφορτίζεται η ένταση εκείνων των ημερών, τόσο φαίνεται ότι είχα δίκιο».

Αναφέρθηκε επίσης στο «εγχείρημα της ανασυγκρότησης, διεύρυνσης και μετασχηματισμού του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα μεγάλο κόμμα της αριστεράς που θα αποτελεί τον βασικό κορμό της μεγάλης δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης.

Υπάρχουν δύο ΠΑΣΟΚ και εγώ μιλάω θετικά για εκείνο που έδωσε όραμα και προοπτική σε αγώνες δεκαετιών και όχι για εκείνο που "κοινωνικοποίησε τη διαφθορά και τη διαπλοκή"».

Επίσης σημείωσε ότι είναι υποχρεωμένος να συνειδητοποιήσει ότι το 36% που είχε λάβει και το 32% που έλαβε σε αυτές τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ «δεν είναι όλοι ριζοσπάστες αριστεροί, είναι κόσμος που ανεξαρτήτως από πού προέρχεται, προτίμησαν τον ΣΥΡΙΖΑ επειδή βλέπουν ένα κόμμα που θέλει να συγκρουστεί, βλέπουν έντιμους πολιτικούς και μια προσπάθεια που πρέπει να στηριχθεί. Αυτόν τον κόσμο δεν πρέπει να τον αφήσουμε έξω απ' το ιερό».

Αναφορικά με το όνομα, υπογράμμισε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι «πολύ δυνατό brand που δεν πρέπει να αλλάξει" και πως "το αν θα προστεθεί δίπλα και κάτι που να δίνει και μια άλλη προοπτική είναι ανοικτό και είναι συζητήσιμο, όλη αυτή η συζήτηση όμως θέλουμε να τη διεξαγάγουμε όχι σε κλειστές πόρτες, αλλά πλατιά, με τον κόσμο που μας στηρίζει».

Στη συνέχεια, μίλησε εκτενώς και για την περίοδο του δημοψηφίσματος και τον «αναγκαστικό συμβιβασμό που μας προσγείωσε σε μια πραγματικότητα δύσκολη αλλά όχι αδιέξοδη, γιατί βγήκαμε από την κρίση, τελειώσαμε τα μνημόνια«. Χαρακτήρισε «μεγάλο σφάλμα των Ευρωπαίων ότι μας έδιναν μια προοπτική πολιτικής αυτοχειρίας: μια συμφωνία με πολύ βαριά μέτρα χωρίς χρήματα».

Ανέφερε πως όταν αυτό το εξήγησε στην Άνγκελα Μέρκελ, στην τελευταία επίσκεψη της στην Ελλάδα, του είπε ότι εκείνη δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήσει τότε γιατί όταν στην Ελλάδα μιλούσαν για μνημόνιο αυτό σήμαινε κάτι καταστροφικό, ενώ όταν μίλαγαν στη Ευρώπη για μνημόνιο σήμαινε κάτι αρνητικό για τους ίδιους γιατί θα έδιναν χρήματα.

Ακόμα πρόσθεσε πως το αποτέλεσμα θα κριθεί από την ιστορία και πως η συμφωνία που κατέληξε ήταν «η δυνατότητα να φτάσουμε στο τέλος με ένα πρόγραμμα με δυσκολίες μεν αλλά με 20 δισ. λιγότερα βάρη από αυτά που πρότειναν χωρίς χρηματοδότηση πριν από το δημοψήφισμα. Η έξοδος από το ευρώ δεν ήταν ούτε στόχος, ούτε σχέδιο, ούτε στρατηγική».

Για ο δημοψήφισμα είπε ότι την απόφαση την πήρε το βράδυ προς το ξημέρωμα της 26η Ιουνίου - ημέρα των γενεθλίων του γιου του, Ορφέα -, όταν συνειδητοποίησε εκείνο το βράδυ, μετά από μια πολύωρη διαπραγμάτευση, ότι είχαν επικρατήσει «οι ακραίοι» της άλλης πλευράς και το μόνο που έδιναν ήταν «μια εξευτελιστική προοπτική».

«Δεν κοιμήθηκα το βράδυ, την πήρα την απόφαση το πρωί. Έγινε κυβερνητική σύσκεψη στις Βρυξέλλες και επιστρέψαμε το βράδυ στην Αθήνα για να συνεδριάσει το υπουργικό συμβούλιο. Είχε ξεκινήσει η συνεδρίαση, δεν υπήρχαν κινητά μέσα στην αίθουσα και η Μπέττυ είχε έρθει στο Μαξίμου, χτύπησε την πόρτα στην αίθουσα της συνεδρίασης και απευθυνόμενη σε μένα σχημάτισε τον αριθμό τρία με τα δάκτυλα της, εννοώντας ότι ήταν τα τρίτα γενέθλια του παιδιού μας. Το συνειδητοποίησα μετά όταν είχε αφήσει πάνω στο γραφείο μου τρία κεράκια. Μετά συνειδητοποίησα ότι όταν βρίσκεται κανείς στην πιο δύσκολη στιγμή της ευθύνης πρέπει να βάζει ως προτεραιότητα και το προσωπικό στοιχείο».

Επίσης μίλησε για τα παιδικά του χρόνια, ως το τρίτο παιδί μιας μεσαίας οικογένειας στους Αμπελόκηπους και τα πρώτα βήματα στην πολιτική, από τις καταλήψεις ως πρόεδρος του δεκαπενταμελούς στο γυμνάσιο στα 14 χρόνια του και την ένταξη του τότε στην ΚΝΕ.

Όπως είπε, το μικρόβιο της πολιτικής μπήκε στο αίμα του όταν ήταν πολύ μικρός, «με την έννοια ενός ονείρου ή της προσπάθειας που έκανα ως μικρό παιδί να φτάσω τα βήματα του αδερφού και της αδερφής μου που ήταν μεγαλύτεροι. Ξεκοκάλιζα την εφημερίδα που έφερνε στο σπίτι ο πατέρας μου, τα ΝΕΑ και μετά και την Ελευθεροτυπία».

Ερωτηθείς αν εξακολουθεί να συμπαθεί τις σχολικές καταλήψεις, είπε ότι η κατάληψη είναι ένα μέσο πάλης και αγώνα, ότι σημασία έχει ποιο είναι το αίτημα, ο σκοπός και η διαδικασία, «διότι καταλήψεις τώρα γίνονται και από ακροδεξιές ομάδες που πείθουν τους μαθητές να κάνουν καταλήψεις για το Μακεδονικό».

Επιπλέον αναφέρθηκε στη γνωριμία του με την Μπέττυ Μπαζιάνα πριν από 29 χρόνια στο Λύκειο και την περιέγραψε ως έναν δυνατό άνθρωπο, για να σημειώσει ότι πέρα απ' την αγάπη υπάρχει και μια αμοιβαία εκτίμηση και θαυμασμός, ότι συζητούν πολύ, ότι δεν θέλει να του επιβληθεί όμως παράλληλα είναι αυστηρός κριτής και πως αυτό τον βοηθάει, δημιουργώντας του καλύτερα φίλτρα.

Στο ερώτημα πώς κατάφερε να είναι φίλος με τον Αρχιεπίσκοπο παρότι ήταν ο πρώτος Έλληνας πρωθυπουργός που ορκίστηκε με πολιτικό όρκο και δεν έχει κάνει ούτε θρησκευτικό ούτε πολιτικό γάμο, είπε μεταξύ άλλων ότι πιστεύει στη δύναμη που έχει η πίστη των ανθρώπων και ότι σέβεται και τη θρησκεία και τους θρησκευόμενους και την Εκκλησία και την ορθοδοξία. «Πρέπει να σας ξαφνιάζει ότι κάποιοι που δείχνουν ότι είναι καλοί χριστιανοί και από πίσω κάνουν τα ακριβώς αντίθετα από αυτά που ορίζει η θρησκεία», σχολίασε.

Και συνέχισε: «Η σχέση μου με τον Αρχιεπίσκοπο είναι αληθινή και τον εκτιμώ πάρα πολύ και έχει κι εκείνος θετικά αισθήματα για εμένα, που βασίζονται στην ειλικρίνεια και στην κοινή αντίληψη ότι οι σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους πρέπει να προχωρήσουν σε ριζοσπαστκές μεταρρυθμίσεις μέσα απ' τον διάλογο».

Μοιραστείτε το: